απολογία των δρόμων



επιμένω στην αναγκαιότητα εγκαθίδρυσης
καινούργιων αναπνευστικών συσκευών
και στην κατάργηση της ανευθυνότητας
των τρύπιων στεγών
και των αεροσωλήνων

επιμένω στην ανάληψη των αισθημάτων
από τις τράπεζες ασφαλών καταθέσεων
και στην ταρίχευση των λέξεων
αδιαμαρτύρητα άγνοια υποταγή

επιμένω να μιλάμε πιο συχνά για τη χαρά
που τουφεκίζουν κάθε αυγή
κάτω απ' τους προβολείς των οχημάτων
της ειρηνευτικής αποστολής

πιο συχνά
για τα δάκρυα
των γέρικων δέντρων του ντιεν μπιεν φου

...
μέσα απ' τους χρωματιστούς καπνούς
και τη σκόρπια στάχτη
της υπόστασής σας
στέλνω τις πρώτες συλλαβές
που αυτοσχεδίασα
για τα τραγούδια των αυριανών
παιδιών μας

στέλνω
μέσα από τον ρόγχο
της ερειπωμένης ύπαρξής σας
χαριστική βολή στο θάνατό σας
μια παπαρούνα ολάνοιχτη
κι έναν προς έναν
τους όρκους των θυμάτων σας

σας στέλνω
κι ένα καλοακονισμένο μαχαίρι
για να σώσετε τουλάχιστον
την ιστορία σας

...
Πώς να σου εξομολογηθώ
το τελευταίο μου όνειρο
πώς να σου εξηγήσω
αυτά τα λευκά σεντόνια
και τις στύσεις τους

Στραγγίζομαι σε καταιγίδες
κι σε αιώνες

...
θ' αντέξω
μέχρι την ταφή όλων των κανόνων
μέχρι τη διαλεύκανση όλων των ύποπτων πεζόδρομων
μέχρι να μη χρειάζεται να σε γυρεύω πια
αφού θα σ' έχω μέσα μου ησυχασμένο
και θα ‘χει διασταλεί το σύμπαν σε μια τόση δα καρδούλα
μέσα στην απεραντοσύνη των ποιημάτων

και τότε πια
δεν θα διστάσω να κρατήσω την πνοή μου
ίσαμε τον ύστατο σπασμό
των λέξεων

...
ενεξιχνίαστα
έντιμος
και διάφανα ύποπτος για κάθε καλό φίλο
οδεύω τώρα

πάντα ανύποπτος
για το συμβάν

...
τελευταία σύσπαση στη μήτρα της γης
κάτω απ' τον οίκτο των δρυών

ένα κουβάρι γαλαξίες
τιναχτήκαμε στη μέρα

ατυχές γεγονός

...
εξερράγης
μέσα στην ερμητική σιγή της μοναξιάς σου
κυνηγημένος από λίγο φως
που ξέφυγε απ' τα ερειπωμένα πεζοδρόμια
και τους θαλάμους με τις σκοτεινές
φιγούρες

ήσουν κι εχάθης ένα τίποτα

τα όνειρα σε μνημονεύουν
όλο και πιο αραιά

...
θα σε ξαναβρώ

όταν θα ‘χεις ξεπεράσει
τα ποιήματα
δρασκελώντας τα με μεγάλες μαχαιριές

...
κι όταν θα μοιράζεσαι
φωνήεν προς φωνήεν
στους διαβάτες
θα ‘χει διαβεί η ιστορία
σε μια νύχτα
θα ‘χει ισοπεδώσει τη σιωπή
θα ‘χει βάλει κουστούμι και γραβάτα
και θα σεργιανάει στους δρόμους
αλητεύοντας

τότε
πια
θα ‘χεις χωνευτεί στα όνειρα
ανεπανόρθωτα

...
τα δέντρα ταξιδεύουν με ταχύτητα εκατό χιλιομέτρων την ώρα
κι εσύ καθισμένος σταυροπόδι πάνω στην καθημερινή αναφορά σου
αρμολογείς τις κομματιασμένες φλέβες σου

θα πετάξεις το σχοινί ψηλά να θηλιάσεις τον ήλιο
και θα κρεμαστείς αιρούμενος πάνω
πάνω απ' τις συνεστιάσεις των ποιητικών σωματείων βουλιαγμένος
βουλιαγμένος στον πόνο των ανθρώπων

η μέρα θα σε βρει σε πλήρη αποσύνθεση να βρωμάς ανθρωπίλα
να κάνεις εμμετό πάνω στην ανυποψίαστη ησυχία του κόσμου
και δεν θα υπάρχουν πια οι λέξεις
να ξεπλύνουν το πρόσωπο της γης
και να το σώσουν

αν καταφέρω ν' αναπνεύσω θα ‘ρθω
να σου σφίξω το χέρι

...
τι νόμισες πως ανασαίνουν
τα λουλούδια

ό,τι κι αν πεις
θα σε διεκδικούν αυθαίρετα
σαν θα ξεπροβάλεις μίσος και μίζερος
απ' τον ατέλειωτο λαιμό
των καπνοδόχων

...
ευτυχώς
υπάρχουν
τα ημερολόγια της μνήμης
και τα ηφαίστεια
που δεν νικήθηκαν ακόμα

ακριβέ μου

...
καταμεσίς στο κατάμεστο στάδιο
καρφωμένος στο σκληρό σανίδι
μιας καρέκλας
ένοιωσα για πρώτη φορά
τη δυστυχία
των προβολέων

...
από παντού σιμώνουν οι οροφές

όταν κάθε βράδυ
αφήνεις να φεύγουν οι τοίχοι
από τα χέρια σου
είναι που δεν ξέρεις αν θ' αναρριχηθείς κι εσύ
η κάτι τέτοιο
αλοίμονο

αποφάσισε πια
γύρνα τη ζωή μπροστά

να εκτιναχτούμε παντού
απεριόριστοι

...
οι ευχές σου εξόκειλαν
στα μακρυνά σκέλια της νύχτας
οι απουσίες
απαγχονίστηκαν εκ περιτροπής
παρουσία
συντρόφων και
συντρόφων

χορδές και νότες
διυλίστηκαν σε χάη

να σε σκεπάζουν στοργικά
σαν κιθάρα με ανοιχτή κοιλία
που μόλις γεννοβόλησε


ΑΠΟΣΤΑΣΗ

αυτή
ανάσανε την τελευταία χαραμάδα
από τη μέρα
και κίνησε για το καφεπαντοπωλείο
της γειτονιάς

εκείνος
επέμενε
ν' αθροίζει
τα υπόλοιπα

...
Σκούπισε τα γαλανόλευκα δάκρυα σου
Ελένη
και τράβα απαλά τον κοντομάνικο σουγιά
απ' την καρδιά μου

έλα
φίλησέ με ακόμα πιο πειστικά
ησύχασε

δεν θα μπορέσουν άλλο πια
να μας σκοτώσουν

σπρώξε τον καιρό μπροστά
και πες μια κουβέντα για την άνοιξη

κρυώνω

...
την ώρα που κατά τα άλλα δεν συνέβαινε τίποτα όταν δηλαδή μεταφέρθηκε αιμορραγούσα στ' αστυνομικά δελτία
συνέβη ν’ αδειάζει εκεί κοντά ένας το βυτίο με τα πορνό μονολογώντας
θα βρέξει

την επαύριον τα σύννεφα απεργούσαν

...
σημάδεψε ίσα στην καρδιά
της μοναξιάς
και τράβηξε απανωτά τη σκανδάλη

ύστερα
παραδόθηκε
κι υπέγραψε με χέρι σταθερό
την κατάθεσή της για τον φόνο

...
κλείδωσε
χτενίστηκε
κι όρμησε στον μεσότοιχο
με το κεφάλι μπροστά

ο γείτονας άλλαξε σώβρακο
χτύπησε την πόρτα της θαρραλέα

Την ταυτότητά της
την βρήκαν στο τραπέζι της κουζίνας
κομμένη
κομματάκια
με το ψωμομάχαιρο

...
το μαχαίρι
στάλθηκε στη δικαιοσύνη
για τη βιοψία
μα
ωστόσο
ξέρουμε καλά

πριν βάλει την καρδιά της στη σχάρα
την τεμάχισε σε δυο απέραντα ερωτηματικά

...
πέταξε στ' άπλυτα το βραδυνό χαμόγελο
κι αποκοιμήθηκε χωρίς θεούς και απορίες

τα τραγούδια που κρατούσε μυστικά
ξεχασμένα πίσω από ανοιχτά παράθυρα
χαθήκαν

πάντως
κανείς δεν είδε
δεν άκουσε


Σκηνικό

ερχόταν σήμερα η βροχή
την ώρα που τα λεωφορεία ανάσκελα
απόκαμαν να περιμένουν δρόμους

την ώρα που μεθυσμένοι περαστικοί
εγχώριοι αποδημήσαντες
και μη
στριμώχνανε την ξεκοιλιασμένη πολιτεία
προς τα προάστια

αυτή λοιπόν ήταν όλη η ντροπή

...
η άλλη μέρα
δεν ήταν παρά υπόλοιπα εαυτών
και κάποια σκόρπια πεζοδρόμια
που χωνευτήκαν κατά τύχη στις βιτρίνες

Ό,τι μοναχικό απόμενε
σκηνοθετήθηκε αλλιώς

δεν σύμφερε δα να μείνουμε
εμείς κι εμείς

Ποιος θα 'δινε λόγο αύριο

...
δίχως συναναστροφές
η άλλα υπόλοιπα λογαριασμών
και πάλαι φίλων που δεν έμειναν
έκανε το χρέος του
απέναντι στη μοναξιά μας
αυτοκηρύχτηκε
αυτός ο αθώος
ένοχος

...
τελικά δεν είχε πια να πει

είχαν τελειώσει οι διάδρομοι
οι δρόμοι
οι φωτογραφίες
οι ψάθινες καρέκλες
οι αναρχικοί
ο βίος και τα συναφή

και ποιος να κοιτάξει τα χέρια του

...
αυτά τα δάχτυλα που σφίξαν τον λαιμό της μέρας
που σκαρφαλώσανε ψηλά
να 'βρουν τους ορίζοντες
τ' αμετακίνητα βουνά
τα όπλα

που αγρυπνήσανε στην άσφαλτο
λιωμένα
εφτάψυχες τυφλές ταχείες
ανέβηκαν γράμμα το γράμμα
όλες τις δύσβατες φωνές

αυτά τα δάχτυλα
λοιπόν

...
δεν είχαμε πια να φοβόμαστε

ήταν που άδειαζαν οι κινηματογράφοι
και οι κακόφημες συνοικίες όλες
μετακόμιζαν στα διευθυντικά γραφεία
της αστυνομίας

λόγοι εθιμοτυπίας βλέπεις

καθώς όλα τα τετράγωνα ένα γύρω
άναβαν τσιγάρο αμέριμνα

...
την ώρα που τα τηλεοπτικά δελτία
αποσύρονταν σε σύσκεψη
κι ένας μεροκαματιάρης παρελάμβανε
το αυριανό ξεπούλημα
προεξοφλώντας ατάραχος
δέκα ομαδικές δηλητηριάσεις

γι' αυτό κι εμείς είχαμε πει
να ξημερωθούμε ήσυχοι
η τέλος πάντων λιγότερο θλιβεροί
περιμένοντας την απαλλαγή όλων μας
λίαν επιεικώς

Δίχως να λογαριάσουμε τα πρόσωπά μας
και την αντίστασή τους

...
είναι τα χιονισμένα τα ξενοδοχεία
με τις εκ περιτροπής φρουρές
των ταυτοτήτων
και των αδέσποτων ενοικιαστηρίων
το ξημέρωμα

είναι η λιγοστή η αγάπη
που απόμεινε για αύριο κατά το μεσημέρι
να στάζει ανάσα την ανάσα
τις ώρες που δε σβήνονται ποτέ
από αυτή την καθημερινή τη θλίψη
είναι

είναι τα χέρια που μπορούν και λύνονται
οι φωνές που αναλύονται σε δρόμους
οι φωνές που αναλώνονται στους δρόμους
ξεθάβοντας ποιήματα
είναι
κάπου εγώ στιγμιαία
με όλη αυτή την αδυσώπητη παραλία
και με το βλέμμα αυτό
απέναντί σας

...
είναι δηλαδή
αυτές οι ώρες και η τραγικότητά τους
φορτωμένες άρον άρον σε αγοραία
σε λεωφορεία υπεραστικά
και οι αποσταγμένες τύψεις μας
που δεν περίσσεψαν για να μας δικαιολογούν

αυτές οι δικές μας ώρες είναι
που πεθαίνουν ευτυχείς σαν ήρωες
μακριά μας


(εκδόσεις ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ, Αθήνα, 1984)

Αμαρυλλίδος και Ιππεάστρου




Ι. ΔΑΜΥΣ

α΄

Ο έρωτάς μας άγρια αυλακιά
στα όνειρα
Άσπρες βαρκούλες φορτωμένες λύκους
Ήλιος και ξενιτιά μαζί
Και ασημένιες λάμες στον αέρα

Ο έρωτάς μας δρόμος με έξαλλους τρελούς
Και με ογδόντα μαχαιριών τα στόματα

Μην μου τρομάζεις ακριβή
Στις λάμες όλες κρεμασμένο το φιλί
Και πια δεν σφάζουν
Σφάζονται τα μαχαίρια όλα


β΄

Μέσα σε τέτοιο πανηγύρι
μόνο σαν κλέφτης μπορώ να σε γυρέψω
να κλέψω άνοιξη απ΄ το σώμα σου
να σφίξω τη βροχή στη χούφτα μου
να πιώ τον ήλιο όλο
ώς το φάντασμά σου

Αχ, γίνε η νεράιδα
Μοίρασε τα καλούδια εσύ
Και με το πρώτο φως
γύρνα στον τόπο των αγγέλων


γ΄

Μακριά
Πολύ μακριά η φωνή σου
ντύνεται σιωπή

Και δεν με νοιάζει
Αυτό το σώμα το βουβό ένα λουλούδι ένας ανθός
ή δάκρυ ή φιλί θα το αναστήσει

Αυτόν τον ίσκιο που σε κυνηγά
ποιός θα τον κάνει θάνατο


δ΄

Έλα
διάγραψε τις κορυφογραμμές
τα ουράνια τόξα τους ορίζοντες
που θα σε βγάλουν
ολόισα στη μασχάλη μου

Θα σού φυλάω τον κάμπο όλο
για ν΄ απλώνεις τα μαλλιά σου

και τα ποτάμια θα ΄χω κρατημένα
να τα λούζεις
Έλα


ε΄

Έλα καλή
φόρεσε τα γαλανά νερά
ντύσου ποδέσου τη χαρά
και το γινάτι
Έλα

Α μη λησμονήσεις το περίστροφο
Όσο σού λείπει το μαχαίρι
μόνο η βουή σώζει τον ψίθυρο


στ΄

Τη μια είσαι όνειρο πουλιού
την άλλη η κοφτερή γαλάζια πέτρα
Παιδεύομαι πολύ να σε διακρίνω
να σε αντικρίσω ολάκερη

Να πάρε το σουγιά
Κάνε τον θάνατο κομμάτια
Τα μονοπάτια άνοιξε
να τα διαβείς ολόγδυτη

Όπως κι αν έρχεσαι
στα μάγουλά σου επάνω
καίγεται η φωτιά


ζ΄

Έρχονται βουνά φαντάσματα
από την Ήπειρο
καλόγεροι ντυμένα ψηλοί θεόρατοι
Όπου πατούν φυτρώνουν παπαρούνες
όπου διαβαίνουν χύνονται ποτάμια
Τα άγρια άλογα του Ζωτικού καλπάζουν
πάνωθέ τους

Από κοντά και τα πουλιά
Άλλα θρηνούν άλλα κρατούν το ντέφι
της χαράς

Χρυσή βροχή ολούθε

και χίλιοι ήλιοι να κρατούν σημαίες
με το ασημωμένο μήλο καρφωμένο στο σταυρό

Ψηλά ψηλά
στο κούτελο του στερεώματος
ένα δειλό χαμόγελό σου


η΄

Τις νύχτες έρχεσαι
κι αναζητάς το σκοτωμένο αίμα μου
το μαύρο
για να το σπείρεις με άγρια λουλούδια
στα βουνά
και να φυτρώνουν σύννεφα

Μα περιμένοντάς σε
έχω χαράξει τρεις οργιές γύρω απ΄ τον ύπνο μου
βαθιά μια τάφρο με τραγούδια
Και σαν σιμώνεις
τρελά πεντάγραμμα τινάζονται ψηλά
και σ΄ αγριεύουν

Αν θέλεις κόκκινο
ακριβή
πάρε το ζωντανό
απ΄ τα χείλη μου


θ΄

Ανοίγω το παράθυρο και μπαίνεις
Από τα στήθη σου αναδύονται ξανθά κοράλλια
Σωρό τα χελιδόνια στα μαλλιά σου
Σκύβεις και με φιλάς στο μέτωπο
γίνονται τα χελιδόνια κάδρα
Σκύβεις και με φιλάς στο στόμα
γίνονται τα κοράλλια πέρδικες

Πίσω απ΄ το τζάμι σε παίρνει πάλι η βροχή


ι΄

Στίχων ομίχλη
ανήμπορος σαλεύει ο πυρετός σου
Ολόχρυσο φιλί στον ουρανό
το χθεσινό σου όνειρο
Γυρτά μαλλιά κατά το πάτωμα οι σκέψεις σου
Δυό δυό γλιστρούν οι ακροβάτες
τα πουλιά
χάνονται κάτω από την πόρτα

Τα χέρια σου αγκαλιάζουν το δωμάτιο
βγαίνουν στη στέγη
Πετούν κατά τη θάλασσα τα κεραμίδια
ένα ένα
Αναζητούν τον ήλιο
την ηλικία των στίχων μου

Στο πλάι σου σιγά σιγά
αληθεύει ολάκερο το σώμα μου



ΙΙ. ΛΥΡΙΑ

α΄

Χιονίζει ασταμάτητα στον ύπνο μου
Απ΄ τα ψηλά τα όνειρα
ρίχνουν σχοινί και κατεβαίνουν
αντραλεμένα σύννεφα
ίσαμε το στέρνο μου
και σμίγουν με το χιόνι

Επάνω στο κατάλευκο σεντόνι
τα βήματά σου πάνε κι έρχονται
Βαθιά χαράζουν ίχνη

Μέσα στα γένια μου
κουρνιάζει μέρες τώρα ένα σπουργίτι
παγωμένο


β΄

Ι
Μην απορείς
πώς ξεδιψάει το χαμομήλι
Την έρημό του αντλεί
κι από την έρημό του η πυρκαγιά
Εκείνη φέρει τους μαστούς
τη συντροφιά
και το στεφάνι

ΙΙ
Μην απορείς
Εγώ την έσφαξα τη μοίρα
Την έσυρα στην ορεινή τη γη
την απαρνήθηκα
Και τα μαλλιά της έπλεξα αγράμπελη
για να ΄χω την κοτσίδα σου

για να σχοινοβατώ

Έτσι διαβαίνει ο έρωτας
πάνω απ΄ τον χάρο
Με χορό


ΙΙΙ
Μην απορείς
Εγώ σε αρνήθηκα για να πιστέψω
του ήλιου τα σημάδια των υδάτων
να φανούν τα πορτοκάλια
Ο πάγος με τα διαμάντια του όλα
να φανεί
Και η πυρά να φέγγει ώς πέρα μακρυά
ώς την αυλόθυρά σου

Να με αναζητάς τη νύχτα όλη ως πόθο
Στο φως στην καθαρή φωτιά
οι πνεύμονές σου


γ΄

Γυρίζουν μεθυσμένες οι σκιές
Κεράκι στην Αγιά Παρασκευή
Βουτιά στη στέρνα με το γάλα
με τα κρίνα

Όπου αποκοιμάται η σκέψη σου
μια τούφα βρίσκω στο βυθό τoύ δέλτα σου
Όπου αρμενίζει το κορμί σου
φυτρώνουν χέρια αγαπημένα

Όπου περπάτησες
Μύρα αρτεσιανά


δ΄

Χιλιόμετρα μακριά τυλίγονται
τα γένια μου
Α μην τ΄ ανέβεις
ανειδίκευτη
Γεννήσου άλλες δυό

στην τρίτη θα είσαι η απόσταση
που θα με περπατά

Θα στρώνεις το μετάξι
Από τα μέσα θα με πλάθεις


ε΄

Σιμώνω το ακρωτήρι
των χειλιών σου
Μ ένα φιλί τη θάλασσά σου ασημώνω

Πάλι το πρόσωπό σου
δύει
Τα φύκια βήματα θολά
Τι να προλάβω
Πώς να αναμερίσω
δυό τριαντάφυλλα επάνω
στο κορμί της θάλασσας

Πριν την απόγνωση πού φώλιαζες
Πώς θες να κλάψω άλλο
μέσα στο νερό


στ΄

΄Α! να ιδώ τα μάτια σου!
Τα φωτεινά μετέωρα
στην κόμη της ομίχλης

Τις δαχτυλήθρες με τον βυθό τον πράσινο
Τον μαγεμένο


ζ΄

Γύρισα
κλέφτης
όλες τις αυλές
Τους κήπους όλους έσυρα
στην πλάτη

Δίνω το παν
στην άκρια της πλάσης να κουρνιάσω
με τον καθρέφτη
μόνο
που σε αντικρίζει


η΄

Διαβαίνουν ήχοι
ανθοί πουλιά τραγούδια
Όλα σε μέλι
Σε μετάξι

Τον ήχο της βηματησιάς σου
θέλω
αυτόν που γίνεται σφυγμός
αυτόν που πνίγει το φιλί και το μαντήλι


θ΄

Πάρε μου τα μάτια
δώσε μου φιλί ξανά
Πάρε το φιλί
τη βέρα χάρισέ μου

αυτή που ολοκληρώνει κύκλο

αυτή που ωριμάζει τον καρπό

γυναίκα σε απιθώνει
στα δικά μου χέρια
Αυτή τη βέρα
Το δαχτυλίδι τού μαστού σου


ι΄

Οι μέρες μου φοριούνται τα αγερικά
της νύχτας
Στήνονται καταμεσής του δρόμου
πετροβολάνε τους περαστικούς
με ό,τι σταθεί μπροστά τους
βιολιά χαλίκια δέντρα
και ποδήλατα
Οι μέρες μου πουλάκια τρομαγμένα
μες στους σαράντα θάνατους
Άγουρες ακόμα κορασίδες
με το φιλί
με το φιλί καρφιτσωμένο με φιογκάκι
σε παιδικά λευκώματα
σε νήπια όνειρα
Οι μέρες μου χίλια καπούλια άλογα
που σέρνουν σαν αλέτρι τα γυαλιά
της νύχτας
Και τους καθρέφτες όλους που σε κοίταξαν
σπασμένους
θρύψαλα τους μαζεύουν μάτια που σε είδαν
που σε αντάμωσαν

Τις νύχτες κομματιάζω το κορμί σου
Το πρόσωπό σου θρυμματίζω
στα όνειρα
Μαύρα μαντήλια
συγκρατούν το αίμα
Γίνονται καρμίνιο
Γίνονται πουλιά αποδημητικά
τραβούν κατά τη μέρα
Σε ανασυνθέτουν και σε κλαίνε

Τις νύχτες είμαι ολοδικός σου
Ημερινός είμαι ένας αλήτης που απορεί
στα όνειρα που διέπραξε



ΙΙΙ. ΜΟΪΡΑ

α΄

Κάνε μια δυνατή βροχή μες στη γραφή μου
Ο λύχνος η ευχή το όνειρο να σμίξουν
Επάνω στο άσωτο κορμί σου να ΄βρει φωνή
ο ήχος μου
κάνε
όλα τα άραγε που σκύβουν πάνω από γκρεμό
να χωνευτούν στην απορία τους μέσα
κάνε
Κάνε τη σιωπή φως εκκωφαντικό του νου
Και τα σεντόνια σου κάτω από τα δάχτυλά μου
επιδερμίδα σφριγηλής οπώρας κάνε
ένας μεγάλος άνεμος να παίρνει όλη τη φωνή μου
Να δρασκελίζει τα βουνά τον ποταμό τον κάκτο
Να κάθεται στο παραθύρι σου βασιλικός θα γίνω
και στον καθρέφτη σου κάθε αυγή να στέκεται ίσκιος
Αχ κάνε
να μου μιλάς με σταυροδρόμια
κι εγώ να χύνομαι στην εθνική της τρέλας της χαράς
με τα εκατόν ογδόντα και
Κάνε να τραγουδώ απ΄ τα μάτια σου
Από τα χέρια σου να βλέπω
Απ΄ τα χαλάσματα της σκέψης μου να βγαίνουν αμαζόνες
απ΄ τα χαλάσματα του νου να βγαίνεις η αμαζόνα
Από το χνώτο σου την ομορφιά να ανασαίνω
Τη μέρα μου να την κινώ από τον κάλυκά σου
Κάνε
Μέσα στον στείρο θάνατο η γύρη όλου του κόσμου
στα ερωτηματικά αντίκρυ
Η μέρα
Κάνε


β΄

Μέσα στη διάφανη τη σάρκα σου διάφανη
όσο διασπείρεται η αυγή μέσα σε στίχο
πριν να γενεί η μέρα
αναπληρώνω κύτταρα
Γυρνώ ήχους ανάποδα
από την άνοιξή τους τούς φορώ
Αλλάζω το πολύτιμο
Ό,τι από καιρό συμμάζευα
με μια σου στάλα ανταλλάσσω
το σχήμα να ιδώ του ιδρώτα σου
το απέραντό σου χιόνι τη σιωπή
του αφαλού σου
το ανατρίχιασμα στο ασπράδι

Την έρημό σου να στραγγίξω μονορούφι
Να πιω από τα χείλη σου
Να φορεθώ τον λίβα να φυσήξω
μέσα απ΄ την κόμη του έρωτα

Απ΄ τον θεό δεν θα ανέμενα περίσσια


γ΄

Κοίτα να στρώσεις το κρεβάτι πυρετό
και τη βροχή να τη σχολάσεις
Ν΄ αλλάξεις το ξημέρωμα

στο ράφι τα μισά τα λόγια

Σε θέλω ολάκερη απ΄ το πρωί ίσαμε το χώμα
Σε κάθε φύλλο σε όλα τα νερά σε θέλω
Και στης κιθάρας την κοιλιά αναστεναγμό
σε θέλω


δ΄

Στην άλλη τη μεριά τού σύμπαντος
το αντηχείο της φωνής μου
Μάτι αλλήθωρο κοιτάει στα ίσα τα όνειρα
Βλέπει μονάχα όταν μεθυσμένο
με τους γκρεμούς ακούει
με το βαθύ ποτάμι με χαράδρα
Βλέπει μια σπιθαμή από το πλάι σου μονάχα
Δυό τρία απ΄ τα λιγνά πλευρά σου βλέπει
Μόνο τις μνήμες τη χαρά και το κοτσύφι
που άφησε στην πλάτη το φτερό του
στην πλάτη που δανείστηκες απ΄ τον καρπό
του κερασόδεντρου
μέχρι να γίνει η απαλάμη μου ηχώ
ν΄ αντιγυρίσει το κορμί σου

μέχρι να βγει το δάκρυ
να δώσει ο ανθός σημάδι

να σε πλάσουν


ε΄

Τις νύχτες έρχεσαι
και κατοικείς ό,τι περίσσεψε από τη μέρα μου
σε φως
Πάνω μου τρέχεις σαν νερό
Ξεπλένεις τον αυλόγυρο με μέντα
Κρεμάς τις φλέβες μου στο σύρμα
και φεύγεις πάλι με γυμνές πατούσες

Εγώ αναπνέω τη σκια σου
δίχως εκπνοή


στ΄

Τη μια φορά φορείς τον ήλιο
δεμένο απ΄ το στηθάκι σου την άλλη
σέρνεις τη βροχή
Ένα παράξενο δάσος η φωνή σου
Σφιχτά τα δάχτυλα των δέντρων
Σφιχτά κλαδιά δαγκώνουν
το τραγούδι μου

Το σώμα μου αποσπάται
ακολουθεί τον ήχο σου

Εγώ ακόμα κάτω από το αίμα
πυρετός


ζ΄

Δεν έχει όνειρα η νύχτα μου
μήτε βουνά απαντά
να περπατεί τον πόνο
ούτε και ήχο για να σβήνει έχει
ούτε ύπνο ούτε ελπίδα να κρυφτεί
Μονάχα διάφανο το σώμα σου
Από το ένα αίμα ώς την άλλη την πληγή
μονάχα μέρα
φως
Μια κιμωλία που ομολογεί
τον έρωτα ενός χεριού που ακόμα τρέμει
καθώς μαθαίνει να ψελλίζει τ΄ όνομά σου
Δέντρα μονάχα μέσα στην οδύνη
δέντρα που πυρπολεί ο πυρετός

Η νύχτα ήλιος μαύρος
ζεστό ακόμα κάρβουνο μέσα στο παν
Στα σωθικά του φεύγει αϋλώνεται

Κάθε κερί και κάθε άστρο που ανάβω
για ν΄ αντικρίσω τη γυμνή σου πλάτη
και το φτερό που σιάχνω ολημερίς
για να σε πλησιάζω
όταν χορεύεις μοναχή μέσα στα σύννεφα
πάνω σε δυό αστέρια μαύρα
με τα μαλλιά ψηλά δεμένα
απ΄ του θεού τον στεναγμό
από του γαλαξία τον κρύσταλλο

Η νύχτα κατακόκκινος νεοσσός
κάτω απ΄ τη στέγη των ονείρων μου
Μια σαστισμένη πυρκαγιά
Άμιρη πάντα η φωτιά
με τ΄ όνομά σου
η μοίρα μου


η΄

Άμιρη Ήριαμ Ριαμή
όπως και αν σε αναζητώ
ο ίδιος ο λυγμός διαβαίνεις τον καιρό
Αμαρυλλίδα κόσμημα διαβάτισσα
Του φθινοπώρου και της θλίψης
Η κλέφτρα στους αγρούς κι η κλέφτρα μέσα στη βροχή
Πίσω στην πλάτη σου σεργιάνισες καρδιές
Πίσω στη σκέψη σου σανίδια τα κεντήματα και οι ήλιοι
Ήλιοι σε ντύσανε ήλιοι σε αποθέσανε καταμεσής στον τόπο
Τώρα
εμένα κουβαλάς
τον στίχο μου τον ουρανό μου
που σκέπει όλες σου τις θύελλες
Τα μάτια σου όλα τα χωρεί το φως ολάκερα

Να ΄μαστε κιόλας μουσικές
φλόγες ψηλές ίσαμε το στερέωμα
και δάκρυα πριν καν το μάτι πριν ο πόνος
Ωστόσο γέλια ώς την ακρινή σπηλιά της αρτηρίας
Τώρα που αγρυπνούμε με λόγια άλλα διάφανα
Σε άλλους προορισμούς τις αναμνήσεις μας
Σε άλλα βάθη επωάζουμε έναν από τα σπάργανα
τυφλό κι από το παίδεμα ανελέητο
έρωτα
Τώρα άλλη σκέψη νους άλλος δεν δύναται να σε χωρεί
Πριν τελειώσει το τοπίο μου δεν θα ζωγραφιστείς αλλού
Φλόγα δεν θα ΄σαι μήτε γραφή ουδέ η θάλασσα ανεβασμένη
Μόνο δικιά μου
Μόνο δική μου
Ολοδική μου
Αμαρυλλίς
Γερά θεμέλια κατά το λεξικό
Βολβοί γεροί μες στην καρδιά μου
Δική μου λέωωω λέωωωωω λέωωωωωω δική μου
Αλλιώς σκοτώνω
Αλλιώς τη θάλασσα αμολάω και το λιθάρι από τα ύψη

Ισοπεδώνω
Δική μου είπα


θ΄

Σπάζω στα δεκαδυό το ποίημα
Κάνω τις συλλαβές του σβώλους
Πεντόβολα τις κάνω
για να χωρούν στη χούφτα σου κι ύστερα
σαν κλείσει η απαλάμη σου
εκεί να με κρατάς στη φανερή την κρύπτη
κάτω απ΄ το δέρμα σου ξυράφι
Εσαεί


ι΄

Χωρίς εσένα η ανάσα μου
είναι μονάχα ένα χρονόμετρο
Χωρίς εσένα είναι τα χέρια μου κισσός κομμένος
απ΄ τη ρίζα ακόμα σκαλωμένα
στην καρδιά της αίσθησης
Χωρίς εσένα είναι τα μάτια μου επαίτες
μέσα σε σούρουπο
και σε ομίχλη

Χωρίς εσένα αποξηραμένη λίμνη
Μες στην ιλύ ακόμα ο κύκνος



ΙV. ΑΛΩΕ

α΄

Αν είναι να σε βλέπω με τις λέξεις
δώσε μου δώσε μου δος μου φωνήεντα

Αν είναι να σε βλέπω με το χάδι
δώσε μου δώσε μου δος μου απαλάμες

Να ΄ρθω ν΄ αδράξω τις κοτσίδες
Τα χείλη σου να σύρω μακρυά

Να ΄χω να τα ρουφάω μόνος


β΄

Σαν είναι να νομοθετήσεις πάλι
θεέ του κόκκινου
ά! να με κολάσεις σου ζητώ
σε Ιππέαστρο

Μ΄ ένα φιλί της τα ηφαίστεια όλα
η Αμαρυλλίς τα σβήνει
Μέσα στον κόρφο της τη λυώνει τη φωτιά

Ανάβει τον παράδεισο


γ΄

Μετέωρος πάνω απ΄το κορμί σου
αναδιπλώνω τα ποτάμια μου όλα
σκέψεις τα κάνω
και σού τις κατεβάζω με σχοινί
Όταν ξανατραβώ
πυρακτωμένο σύρμα
καίει τα δάχτυλά μου
και στο καλάθι ραγισμένα άνθη

Το άρωμά σου ανάλλαχτο
της αμασχάλης σου


δ΄

Νωρίς είπες
Τρομάζω με φωτογραφίες με ουρανό με ήχους
Όταν φοράς τον ώμο τον λειψό
είσαι στο νυφικό της Ανδρομέδας
μα όχι με το αίμα του Κηφέα:
αλλού πατεί το χάλασμά σου
Και πάντως δεν τηνε κρατάει το στεφάνι του Περσέα
ως προς τους δρόμους και τους έρωτες
Πληγή δεν ήτανε ποτέ η Ανδρομέδα
Ένα τραγούδι
Μονόγραμμα στη φορεσιά μας ήταν

Δυό δυό τις τσάκισε τις συλλαβές του έρωτα
βλαστούς
ακόμα


ε΄

Κάτι πελώριες φωνές σέρνουνε ρόδα ήλιους έρωτες
Πατάνε με γινάτι το σταφύλι
και τραγουδούν από τα χείλη σου
και τραγουδάν από τα χείλη σου τα περιστέρια
Γυναίκα, α!
κάτι τσαμπιά από ύπνους κρεμασμένα στο κατώφλι της αγρύπνιας
κάτι κωλοφωτιές που ξαναφέρνουν μέσα από τον ύπνο τη φωτιά
και κάποια χαλινάρια στου πουλιού το ράμφος

Κάπου αντιλαλεί το φως/
Επάνω στο αλαβάστρινο μερί σου
σιμώνουνε ξανά οι πυγολαμπίδες
Οι αγκαλιές συγκρούονται δόντι με δόντι
Στο μπράτσο δερματόστικτη Μαρία η Αμαρυλλίς
χτικιό ασβέστης χάλασμα υδράργυρος
που ρέει ώς κάτω από τον αφαλό και πέρα
ώς τα νερά

Απ΄ τον βουβό τον ήχο έρχομαι κριάρι


στ΄

Στην πίσω την αυλή σου κατοικώ τα βράδια
και κυνηγώ το σώμα σου με λιθαράκια
Περνώ σπουργίτια κάτω από την πόρτα σου
για να μού φέρουν ψίχουλα απ΄ τον ύπνο σου
χρώμα από τα όνειρά σου να ΄χω
Και στο παράθυρό σου κάτι από στίχο κι από δάκρυ
αφήνω σαν την πρωινή την πάχνη
σαν τη σφιχτή την αγκαλιά που χάνεται μέσα στον πόνο
σαν το δρομάκι λίγο πριν απ΄ το κορμί της θάλασσας
λίγο πριν γίνει βότσαλο και άμμος

Και είναι απέραντη η αυλή όση και η νύχτα σου
η πίσω από το σπίτι σου
Χωράει τις χαρακιές μου όλες
χωρεί την τάξη όλων σου των σκέψεων
χωρεί την τρικυμία μου όλη/ τον βωμό

Στην πίσω την αυλή σου κατοικώ τα βράδια
Βαθιά στις κόρες των ματιών σου κατοικώ
Στο δυνατό το φως σακατεμένος
πλήρης στα όνειρα/
ακέραιος σεισμός πάνω από τη γη
εντός σου

Τινάζεις ροδοπέταλα λαβαίνω θάλασσα
Τινάζω το παράπονο λαβαίνεις τα νησιά


ζ΄

Τα χείλη μου λιπόθυμα από καιρό στον ώμο σου
τα παίρνει ο άνεμος μαζί με το μετάξι των μαλλιών σου
Τα κάνει ανεμόσκαλα πεντάγραμμη
για ν΄ ανεβαίνει ώς το στόμα μου ο λυγμός σου
Τραγούδι και φιλί

Έρχεσαι/ τρέχουν τα ρυάκια το άρωμα
Έρχεσαι/
από το χέρι του θεού μοιράζεται το σώμα σου
Ο άρτος


η΄

Ήρθες βροχή
Το χνώτο πάνω στη φτερούγα τού πουλιού/
Παιδούλι από τα πέρα
Με το δαυλί στο χέρι
και με νοτιά στις τσέπες σου
για να το συδαυλίζει
Ήρθες ν΄ ανάψεις τη φωτιά
Το κρύο ήρθες
Έκτοτε μια πυρκαγιά
Δάχτυλα/χέρια σε όλο το κορμί σου
Όλα δικά σου τα μαλλιά που με ημερεύουν
Κι αυτός ο πάντα ωραίος ουρανός
που αρχινάει από τον αφαλό
και πνίγεται στα βλέφαρα τού ανθού σου
τεμαχισμένο ένα ποτάμι
από μαχαίρια δυό
στα τέσσερα

Ας μοιραστεί ετούτο το ψωμί/
φέτες το σώμα σου στα χέρια των αγγέλων
Εγώ θα το κρατήσω το δαδί που μού ΄φερες
Ὅ,τι σε ακουμπά
θα γίνεται ξανά η βροχή
που θα με καίει


θ΄

Βάζεις στα βιαστικά το φόρεμά σου
φορείς της μέρας σου το βλέμμα
τοποθετείς τα όνειρα στην ιματιοθήκη
ένα προς ένα διπλωμένα και με τάξη
Και δεν ξεχνάς το μεσοφόρι σου επάνω στο σκαμνί/
είναι αργά να πλανευτούμε
Ταξινομείς τη μέρα στα κομμάτια της/
στρώνεις για πρωινό
Η τελευταία η ματιά στο αλώνι
μην τύχει κι έχουν απομείνει τρίχες απ΄ τα γένια του
μην τύχει κι έχει αφήσει πέτσα μες στα νύχια σου
μην είναι ζωντανά τα δάκρυα στο μαξιλάρι
και σπαρταράνε ακόμα

Τώρα τι θες και με κοιτάς/
θα βρω τον τρόπο και τον δρόμο
να ξαναφύγω κλέφτης
Μην μού παρατηρείς σ΄ αυτόν τον τόνο πως
ξέχασα τη σκάλα: θα φτερουγίσω/ μη σε νοιάζει
Έτσι όπως ήρθα φεύγω/ μ΄ έχεις μάθει
Ανυπεράσπιστος δαγκώνω
και δαγκώνομαι με ό,τι βρω/
ένας ανεμοστρόβιλος
κάνει γυαλιά καρφιά το σύμπαν

καθώς εκσφενδονίζομαι στα πόδια σου/
θρύψαλα σ΄ όλο το δωμάτιο/
Και τα φιλιά τεμαχισμένα να σφαδάζουν
μες στο αίμα/
Μες στα τρελά τα κόκκινα/
Στην πιπεριά και στα κεράσια

..................
πίνακας εξωφύλλου: Φώτης Μότσης

εκδόσεις Ελλέβορος, 2005

Ο Ιούδας της νύχτας


ΚΕΡΩΝ
α’
Αυτό το μέσα μου βουνό
δεν θα το ξεριζώσω

θα το αφήσω να γενεί
βωμός
άγρια να σε θυσιάζω

να βρίσκεις το αίμα μου

β’
Ιούνιος τα μάτια σου
Ίπποι λευκοί
θάβουν φωτιές στις αμασχάλες τ’ ουρανού
ξανά από τα σπλάχνα του
στο καλοκαίρι να σε βγάλουν
να καλπάζεις
Την όρασή τους πυρπολούν
Στέκουν ακοίμητοι
ίπποι γονυπετείς
σε ονειρεύονται με τ’ άλλα μάτια
αυτά που λένε της ψυχής
Υπάρχεις άραγε

Ξέπλεκη βροχή ώς τον ορίζοντα η χαίτη τους
Εκείθε η έρημος μαύρο αλάτι
εδώθε η ερημιά φαρμάκι μέλι κουμαριάς
Επάνω σε όλα τ άτια
Επάνω απ’ ὅλα τ’ άλογα εσύ
Όσο δοκεί το μάτι/
οι δρόμοι όλοι ασημένια χαλινάρια
Όσο μπορεί το αυτί φτερά αετού
φύλλα χρυσού
χλόη ανέρωτη
ώσπερ ο ίουλος στην παρειά του εφήβου

Αχ
η μορφή σου πάλι εσύ με το ίδιο πρόσωπο
και φως και φως τη νύχτα
ψίθυρος
Μοναδικό σημάδι του θεού
Είσαι

γ’
Μην απορείς
Εκεί ήμουν
κρυφτό έπαιζα στις φλέβες σου

τώρα που με γεννάς
μη στρώσεις το σεντόνι
άσε με πάλι να κατρακυλήσω
μέσα σου
αμνός


δ’
Ένας αγέρας είσαι
Μετάληψη
απ’ το κορμί του μετεωρίτη
Αίμα ανύποπτο
κι η ηλικία της πρώτης μου ρυτίδας

Εσύ
ξανά αποσταμένο αειθαλές
να γέρνει στου Φθινόπωρου τον ώμο
Μια παπαρούνα εγώ στην άμμο

Μένουν τα δάχτυλά μου
να κοιτάνε το νερό
απορημένα


ε’
Ο έρωτάς μας
μαχαιριά
στα πλευρά ενός κόκκινου
μήλου

τα όνειρά μας
μονοπάτι
που το διαβαίνουν
λύκοι αγριεμένοι


στ’
Φτωχός στα σύμφωνα

από φωνήεντα
πλημμύρισα αυγή

Όρθια βουή το σώμα σου
πλάγιος δεύτερος

ζ’
Ρήμα υγρό κατόπιν έρωτος
στεγνώνω σαν σεντόνι
θερινής νυχτιάς

φύλλο συκής μετά τον όφι
μετά τη γέννα
κι απ’ τον ιδρώτα ύστερα

Πίστεψε με
πριν από τον θεό

η’
Εσύ
εσύ
το θεϊκό αποτύπωμα
η μια στιγμή του θέρους
τα σκουλαρίκια της αυγής

ακόμα οι βέρες
λάμπουν
όσο κι αν τα χέρια σου καλπάζουν

θ’
Πριν μου στερήσεις την ανάσα
κλέφτρα
επώαζα ποιήματα

τώρα μαζεύω σκοτωμένο αίμα

κόρη

ι’
Ξανά το πρόσωπό σου
χάνω

κρατάω όμως
δυό γειτονικά χωριά
και τη ματιά σου

ΣΟΥΣΩΝ

α’
Έλα
άγριο ποίημα
στη χαίτη της φωτιάς
έλα
ευλογημένη του νερού

έλα
εσύ θα δένεις τη βροχή
εγώ θ’ αμολάω τον ήλιο

έλα
εσύ θα δένεις τη φωτιά
εγώ θα λύνω
τ’ άλογα

β’
Θέλω να δω ξανά το πρόσωπό σου
όταν το σώμα σου
γονατισμένο
με ανασταίνει

γ’
Ο,τι είναι, σήμερα
Αύριο κι οι δυό θα αρνηθούμε

θα λάβουμε ελευθερία
θα πιούμε το ποτήρι τρίμματα
Πλημμύρα ο έρωτας θα πνίξει

Αύριο θα είμαστε
η επαρκής οργή
όση χρειάζεται
ο καιρός για να εκδικηθεί
να θλίψει

δ’
Όταν σε γύρεψα στο σώμα σου
ήσουν πουλί
Όταν σε άγγιξα
ήσουν νερό
Όταν ψηλά σηκώθηκα
ήσουν νεφέλη

τώρα που ανιχνεύομαι
στον άργιλο τώρα

παράδωσέ με
στον νυχτερινό Ιούδα
του πόθου σου

ημερωμένο

ε’
Δρόμοι δεν έμειναν
τα μονοπάτια πήρες
τα τραγούδια

αχ να μου αφήσεις θέλω
τα πουλιά
αραδιαστά στο σύρμα
και πάρε τη φωνή τους

θα τραγουδώ εγώ
απ’ τα χείλη σου

στ’
Σαν φύγεις
Μην λησμονήσεις να μου αφήσεις
ένα ζευγάρι ήχους απ’ το σώμα σου
για να περνώ την ερημία μου

Άσε μου κι έναν λόγο
να διψώ

να ζήσω

ζ’
Θέλω να μεταλάβω πάλι
από τα μάτια σου
το φως

εκείνο
το φεγγάρι
που με θρέφει
φύτρα
στους αγρούς σου

η’
Πόνε
έσο μαζί μου ελεήμων

να τη χαρώ θέλω
άσε με να πεθάνω αύριο

σήμερα
γεννώ
τον έρωτά μου

θ’
Κυριακή
όταν στα χείλη του Οκτώβρη
φύτρωσαν δοντάκια
σαν ξενιτιά
που ξαναβρίσκει άγγελο
και τόπο
ήταν

μια στάλα αίμα στο νερό
ένα τραγούδι σαν πεντάγραμμη κορδέλα
γύρω από αστέρι

Η ορμή του ήλιου
που σέρνει όλη τη φωτιά
στο αχ

Κυριακή
Κυρίου έλεος
Πενθοφορούσα

ι’
Ήταν αλλιώτικος ο τόπος
κι οι δρόμοι άγνωροι απερπάτητοι/
διαβάτια παγωμένα ήσαν
Της λάβας στόματα
Λες και δεν τρέξανε στις φλέβες μου αιώνες
πριν
χρόνια σμίξεις πριν εξατμιστείς
πριν τον Απρίλη κι από τα άνθη πριν/
Λες και δεν τρέχανε οι φλέβες μου

Ως να ‘ταν στίχος
ο σκορπιός που με περίμενε
για να με τάμει

ΚΕΡΩΝ ΣΟΥΣΩΝ ΑΤΙΑ ΜΑΤΙΝ

αχ
κάνε μου το αίμα περιστέρι
κάνε με ψηλά
ν αδράξω ακέρια τη φωτιά
να πιώ και το υπόλοιπο νερό

να σβήσω


ΑΤΙΑ

α’
Όταν θ’ ανηφορίζεις
κατά τον Αηλιά του έρωτα
βάλε φωνή
Εγώ θα τρέξω να μαζέψω σύννεφα
εγώ θα σπείρω χλόη
και το χαλί που θα διαβεί ο καλός σου
τα κύτταρά μου θα ‘ναι πάλι

θα είμαι και το αηδόνι στο καμπαναριό
και το μαχαίρι θα ‘μαι του γλυκού

μέσα στη φλέβα σου
το έτοιμο ηφαίστειο
θα είμαι

β’
Δαγκώνω βλέμμα
τη ματιά μου ν’ αλαργέψει δεν αφήνω
σύνορα οδοντωτά απλώνω
ένα γύρω στη χαρά/ στους κήπους
Ήλιος τρεμοπαίζει στα δυσμά του
κλωτσάει στερνή φορά το σύννεφο
κρατεί στην απαλάμη το γινάτι/
πανωφόρι στο χαλάζι του έρωτα
και πόδεμα
για το αγρύ χαλίκι της αγάπης

Δαγκώνεις βλέμμα
Σκόνη απ’ την ουρά του Γαλαξία
ως να αθροίζεις της φιλίας τα υπόλοιπα
για ένα χάδι
μια παρηγοριά
εκεί όπου ο έρως
πνίγει εκεί όπου ο έρως πνίγει το νερό
ένα ματσάκι ο πόνος
ένα μαχαίρι ακονισμένο δίστομα
μες στο μαντήλι που μου χάρισες/
γυαλί τριμμένο στο δάκρυο που ‘σταξες
στο γιορτινό το φουστανάκι
της ψυχής μου

το έλεος
ο Γαβριήλ

γ΄
Όποιο κι αν είχες όνομα
ένα λευκό αμαξάκι ήταν
που χάθηκε στα μεταλλεία του ονείρου
Όποια κι αν είχες χρώματα
ένα επιτάφιο κρίνο τώρα
που δεν το διαιρεί καμιά ουράνια θλίψη
Ένα σκοτάδι κι ένα χιόνι το κορμί σου
και ίχνη από θάλασσα κι ομίχλη
Εκεί που τελείωνες
πετούσες πέτρες στη σκιά σου
Εκεί που άρχιζες
μάζευες τα κορμιά σου όλα
Εκεί που αναδιπλώθηκες
φτερά αποδημητικών στην άμμο

εκεί
αυτός εγώ
O κύκλος που αντιγυρνά την πέτρα σου
στη λίμνη
όριο στην επιφάνεια του κορμιού σου
Σου ‘γνεψα.

Σαν ξαναδείς αυτόν τον ήχο
μην τον αφήσεις να διαβεί
Το καραβάκι θα ναι από ξενιτιά
που ταξιδεύει την ηχή σου

πυγολαμπίδα σε ανοιχτή απαλάμη
σαν το κωνσταντινάτο το φλουρί
στο στέρνο

δ΄
Κατρακυλά σε φθόγγους η φωνή σου
ήχοι απόκρημνοι
ανάσα γερακίνας
που τη φτερούγα άφησε στα δάση

Πάνω στα ηφαίστεια μισεύει να σταθεί
ξανά
λιωμένο παραμιλητό, βυθίζεται
στον κλαυθηρμό του νήπιου ενός λύκου σε άγρια νύχτα,
χάνεται μες στο τρίχωμά του
απορία σιωπή πουλί

Αυτό το αγριοπερίστερο που πέταξε
ψηλά
δεν έφερε ούτε σταλιά
απ’ τον ήχο σου

το σώμα μου
μετέφερε σε τόπο άλλον
μακριά σου

ε’
Κάθε μου λέξη
στέγη
και πόρτα του σπιτιού σου
Κάθε μου πόνος
τα παιδικάτα των ορέων
σαν τη μορφή σου αναπολούν

Εσύ στις ίδιες διαδρομές
μετάγγιση
σε τόπους άνυδρους

στο ίδιο σώμα που επιμένει ν’ αγνοεί
τον καθαρό γκρεμό

στ’
Στην ποίηση
είσαι η πέτρα που χτυπώ
και βγάζει αίμα

μετακομίζεις από μέσα μου/
αλλού την πανάρχαια οδύνη
μεταφέρεις

εγώ αναζητάω σώμα
να ξεδιψάσω τα πουλιά
να κατοικήσω

ζ’
Άγνωρη μορφή
αφήνω στο κατώφλι σου
Ο,τι περίσσεψε
συμμάζεψα
Λιωμένο χιόνι περσινό πια
στον ορίζοντα
Αναμαζεύω τα τοπία
που περπάτησα
μες απ’ τα δικά σου βλέφαρα

Η γλώσσα ούτε
μήτε τα νοήματα
ερω-
ερωτημα-
ερωτηματικό

η σιωπή

η΄
Τη βροχή
δεν είδε
Είχε γεμίσει αμυγδαλιές ο κάμπος

ψηλά
είχε το ποτάμι σταματήσει
όλα της τα πρόσωπα

Εκείνος ο σουγιάς
μαύρος και νοτισμένος ήταν/
δεν ακουμπούσε την καρδιά μου
Tα γύρω σπλάχνα
τρόχιζε
ηδονικός
αδάμας
της οδύνης

θ΄
Ο πρώτος πόνος
άλας ορυκτό
όλος λευκό
κατά τη θάλασσα που πάει

μόνο που σαν γυρίζει
πίσω
είναι εκείνο το λιλά
που με αρνείται

ούτε
ο ύπνος
δεν
με θέλει

ι΄
Τρελά τρελά σπουργίτια/
δείχνουν τον γυμνό της ώμο.
Ολόγυρα μόνη η μορφή της
Σκιά ούτε
μήτε ο καθαρός χρυσός
που έστειλα

μόνο σπουργίτια πάλι
πλήθος στην αυλή της


ΜΑΤΙΝ

α’
Όλα τελειώνουν με απορία

Πού να είναι πού να στεγνώνει
η υγρή της μέρα
Ποιά θλιβερή βροχή να σβήνει
στη νυχτερινή της πυρκαγιά
Ποιό σώμα γυάλινο κρατάει την ψυχούλα της ειρκτή
Ποιές είναι οι λέξεις που αναγνωρίζουν τον λυγμό της
τώρα

Τα χέρια της ποιός δύναται ν’ αναγνωρίζει
απ’ το περπάτημά τους
Και τ’ όνομά της ποιός το κουβαλεί κατάσαρκα
Ποιό βλέμμα συνοδεύει ως τα χείλη της
το δάκρυ
και χάνεται μαζί του στα βαθιά του καρμινίου

Όλα τελειώνουν με απορία
Άλλος κρατεί τα όρη
Στον άλλον απομένει το άδειο σπίτι
το καμένο
Τα που τα πως και ποιοί τα αν και τα γιατί/
αναπαλαιωμένες μνήμες
σε διάφανα σπιρτόκουτα

Τα ποιήματα αποδημούν
Οι λέξεις άλλες, θρύψαλα σαν ο,τι απομένει
από το γυαλικό που ‘πεσε στο τσιμέντο απ’ τα πολύ ψηλά

Και βότσαλα δεν έχει άλλα ο γιαλός
μήτε ο,τι περίσσεψε απ’ τη θαλασσινή την πέτρα
ξέρω να διαλέγω
για να λιθοβολήσω τη φυγή σου

Ένα ζευγάρι ρόδια στο ανώφλι σου
ο ερωτάς μας
κι ένας πρωτόγονος βράχος η καρδιά μου.
Στο πλάι ης φιλίας το σφυρί που τον εράγισε

Τα όνειρα σε μνημονεύουν όλο και πιο αραιά
(εκδόσεις Ελλέβορος, 2003)

ηπειρώτικο


I

Στην Ήπειρο
η ώρα της αυγής στιγμή
ήχος μέλας
του στεναγμού από τα βάθη του έρωτα
από την κόκκινη καρδιά του μαύρου κότσυφα
κι από το σπλάχνο του πουλιού που λέει τα
χρώματα

Θεός πελώριος αφήνει στο κατόπι δρόμο λάλο
διαβαίνει τους λυγμούς της νύχτας καβαλάρης
στήνει με κεραυνό με πάταγο
την καλυβούλα του φωτός ψηλά πίσω απ’ τον ήλιο
στα σκοτάδια
Δεν λογαριάζει σύμφωνα λαλεί λαλεί
και δεν κοντανασαίνει
παρά εκεί όπου ο αλαργινός ο φθόγγος
άϊ άϊ ουουου ουουου
αφήνει τόπο στον ψιλό λυγμό
στο μοιριολόϊ
ομολογεί την καλημέρα στο τοπίο
σε άλλον θεό χαμογελά

αγριεύει

II
α’

Στην Ήπειρο ο πόνος
νύχια αηδονιού μπηγμένα στο λιθάρι
αδράχνουν το τοπίο απ’ τον λαιμό
πνίγουν στα πέριξ τα χωριά
ως πέεεερα μακρυά δυό ντέρτια δρόμο
άϊ άϊ το ντέφι άναψε φωτιά
το σύμπαν όλο ένα κερί στο κοιμητήρι της ζωής
φωτιά και πυρκαγιά σ’ όλον τον τόπο
μέσα κι έξω

Χιόνι απόψε
Και στην εξώθυρα ο θεούλης πεινασμένος
για ψωμί κι αγάπη
Σκυλί με τα δικά του άχ να τρέμει ν’ αλυχτά
να δίνει μίτο στον λαβύρινθο εκείνης της ψυχής
που ανηφόρισε το δύσκολο των ήχων
των κραυγών της μέρας
όταν γεννάει την αυγή
το θείο
όταν γεννιέται ένας Χριστός ή
ένα τραγούδι ηπειρώτικο

όταν λαλεί κλαρίνο


β’

Η Ήπειρος
ενός ελάχιστου
και του περπατημένου από μυρμήγκια σβώλου
ο βόγκος
καθώς γεννοβολάει απλότοπα βουνά
τους λόγγους πλάθει και τα δάση
για να στολίσει το κορμί της γης
και για να δώσει διάβα στην ορμή του λάκκου
στου ποταμού τον ίμερο
όταν το ταπεινό δημιουργεί το μέγα


γ’

Όλοι διαβήκαν από ’δω
Χώμας Νερός Χειμώνας Δίψας
περάσαν έμειναν ξανά χαθήκαν
μα πάντα η φοβέρα αρσενικό
ο χωροφύλακας ο κράτος ο αφέντης
Μια δράκα οι πεινασμένοι ήσαν
λόφοι ολίγοι και γυμνοί
που δρασκελίσανε τη γέννα και πάλι εκεί εμείνανε
Στην Ήπειρο
Υπνοβατούνε τώρα
ζυμώνουν τα ηφαίστεια
Βουνό η ανημπόρια δύσβατα όρη πια

κεράσια δίδυμα στ’ αυτί της κόρης
χαλινάρια
καθώς το πετεινό κινεί τη μέρα και το φως
κι αναζητεί την άλλη όψη τους
στην ίδια πάλι την αγρύπνια

αυτός ο πόνος
σβώλος
Πόνος ει
Μεταλαβιά


IΙΙ
α’

Στην Ήπειρο ο σεισμός και η οργή της φύσης
το ξύσιμο στης γης τη ράχη από θεό
μα πάνω απ’ όλα το σημάδι του ερχομού
του φίλου του καλού
Το μήνυμα απ’ τα επέκεινα του βίου
για το χαμό για τη ζωή για το φιλί
και τη στερνή τη σιωπή
μη και φανούμε ατοίμαστοι
χωρίς φασκιά και λάκκο κι αγκαλιά χωρίς
Και ο σεισμός γιορτή στο σπίτι
όταν η πέτρα η μια χοροπηδάει στην άλλη απάνω
με τη χαρά της γνωριμιάς
της καλημέρας
καθώς εκείνο ολάκερο ανασαλεύει
αναστενάζει κάνα δυό
σέρνει τα νύχια του αυλακιά

Στάζει η πέτρα το αίμα της
το μοιριολόι φτιάχνει του χωριού
και το τραγούδι
Σεισμός γίγας στα θέμελα
ανασκουμπώθηκε
ησύχασε
σαν χθεσινή ημέρα

Σαν πάντα η θλίψη
Σαν άγριος έρωτας


β’

Στην Ήπειρο
τα σπίτια η μια σταλιά ουρανός
Ο τράχηλος του ορίζοντα
Τα σπίτια
ένα πελώριο τσιμπούκι
πάππου προς πάππου να καπνίζει τον καημό
μέχρι να τον φυράνει να κάνει τόπο ύστερο
στην περιφρονημένη αγάπη
να παιδευτεί το μοιρολόγι

ν’ απλώσει τα σκουτιά του όλα σε γιορτάσι
στις χωραφιές και στα προσήλια
και στα συμβάντα του τοπίου

ν’ αρχινήσει


γ’

Στην Ήπειρο τα σπίτια
είναι αδειανά κοχύλια σε βουνό
Όσα δεν χώραγε η θάλασσα
αντάρτεψαν
Ορθώνονται παντού
όπου θολά η λαμπερά κινά η μέρα
κι όπου ευλαβικά εσπερίζει
Κινούνται δώθε κείθε σαν
σαν ήμερα θεριά σε δάσος αγριεμένο
και συλλέγουν
Ασπάζονται τον χθόνιο ήχο
το ντέφι το βιολί και το κλαρίνο
και του κλαριού τους ψίθυρους
Του ξύλου τον τριγμό αφουγκράζονται
βαθιά μες στη δεσιά τους
καθώς αρμολογεί τα χρόνια τους
με το σαράκι


IV
α’


Ορμούν απ’ τα πολύ ψηλά τα χιόνια
και σέρνουν βράχους λόφους κουβαλούν
ακούνητους απ’ τον καιρό της πλάσης
Λιώνουν τ’ αστέρια στη χούφτα στο νερό
Ο διακονιάρης ξεδιψά από ζωή σιγάζει ο πόθος
του έρωτα
κι από τα βάθη του ζεστού του κόρφου
ανηφορίζει ένα σκασμένο χείλι

Ηύραν τα πάθη δρόμο
Ολημερίς στον κάτω ίσκιο
στο κυδώνι
Στο τρύπιο μήλο με τον ήλιο


β’

Ιδού οι μαυροφορεμένες σκέψεις άλλες
μια αγκαλιά ξερόχορτα σκόρπια στο αλώνι
η πυρκαγιά στο νου και να ξανά
το στήθος το στητό
νεράντζι στην τραχιά απαλάμη
σαν όνειρο γλυκό
χείλη στο πάθος ζέοντα αρρώστια από τον αφαλό
και κάτω
λίβας που καίει ολούθε
απ’ άκρου εις άκρον
πυρκαγιά και πάλι απ’ την αρχή

Ίδια η γεύση της ελιάς στην παιδεμένη γλώσσα

στη μια μπουκιά και στις δεκάξι


γ’

Τρεις κρεμασμένες στον φτελιά
και μια στον πλάτανο
Ο θάνατος ο έρωτας ο ο ο
θάνατος άναψε τα μακριά δαυλιά για να φεγγίζει η νύχτα
να φαίνεται καλά η κρεμασμένη
και τα φουστάνια της ίσα που σκέπαζαν ψηλά ως τα κρυφά
τους άσπρους τους μηρούς της κορασίδας
Κοντόκλαρα είχε κρεμαστεί και σάλευε
θεόρατα ψηλά
πανύψηλα στα παιδικά μου μάτια
καθώς να προσπαθεί να πάρει ανάσα στα κλεφτά
μες απ’ τις τσέπες μας
απ’ τα ξεκάλτσωτα όνειρα και τα πατούμενά μας
απ’ την καρδιά μας να ρουφήξει
απ’ των σκυλιών το αλύχτισμα
να πάρει αέρα

σκυλιών ήχοι απ’ την αγρύπνια
του βουνού
κι ανήφορος με Αηλιά όι όι και με το χάρο παραμάσχαλα
η αγάπη


δ’

Εδώ ο τόπος
από καιρό σβησμένη ασβεσταριά
τρύπες ολούθε άδεια φιδορούτια η πλάση μας
Το βλέμμα ένα βαθύ χαντάκι ως την άβυσσο
Οι κόρες ορφανές δίχως τα μάτια
τα σαράντα του έρωτα
Η ίριδα στο πλάι πλάτανος
μετά από αστροπελέκι
και κάτι σαν βιολί θλιμμένο
απ’ τα πολύ τα μακρινά
του αύριο
σαν από συναχωμένο ακορντεόν
φθόγγος απ’ τη σημερινή απόγνωση

σαν
το γυμνό ποδάρι που αφήνει ήχο και τραγούδι
καθώς ακροβατεί στο μόλις που 'κοψαν τριφύλλι
Δες το βυζί της κόρης που δεν χωρεί σε χώρο η σε τόπο
κι ανοίγει τριαντάφυλλο
ανοίγει ο πόθος


V
α’

Στην Ήπειρο είναι οι γυναίκες όρθιες
Σκυμμένοι γίγαντες
Μαύρες στημένες με το πλάι πυροστιές
καταμεσίς στη ράχη η στον λίγο κάμπο του βουνού
Ακουμπημένες ’πα στο χνώτο του
για να στερέψουν την ανάσα του
να πάρουν γης να δώκουν γης
ν’ ανηφορίσουν τον Ιούνιο με πείσμα
ίσαμε τον στερνό του εσπερινό
ίσαμε τα πρώτα του Αλωνάρη
Να πάρουν την ανάσα του
ώς το στερνό φιλί πριν τη θηλιά
και πριν τον πλάτανο

για θρήνο έτοιμες
και για χαρά
έτοιμες όμοια


β’

Σε στρώμα δεν πλαγιάζουν
δεν ακουμπάνε
Ψηλά έξω από χώρο ονειρεύονται
Και το καλύβι ένας χαλκάς και δόσιμο για βέρα
Μισό το σώμα τους εδώ
σε ξενιτιά το άλλο

Χωροφυλάκοι πάλι στο κατώφλι
με τον σταυρό της Πασχαλιάς και την πιστόλα
με πέντε τάφους παραμάσχαλα
τέσσερα τρίμματα ψωμιού στη τσέπη
τρεις αποφάσεις στο χαρτί δυό χειροπέδες
κι ο πόνος
πόνος

Με άδεια χέρια βγαίνουν
Χαρτιά γραμμάτια φοβέρες υποθήκες
Να
Δες τη μαραζωμένη η κυδωνιά
το μαύρο το κεράσι
χαλασμένο
Γιόκα μου εγώ το αλέτρι σέρνω και τη σκιά του αφέντη
στο χωράφι απά στη σβάρνα
Σαν θα μου πάρεις απ’ το τίποτα πεθαίνω

Με άδεια χέρια βγαίνουν
ορμηνεμένα βλοσυροί γινατεμένοι
Στα χέρια τους φυτρώνουν
φίδια φυτρώνουν
αχαμνά κονάκια στην ψυχή τους
Ωστόσο
ημερεύουν

κι εκείνη φέρνει το καλό το πιάτο
το τσίπουρο στο γυαλικό
και το ζεστό καλαμπολόψωμο για να τους ματαξαναπεί
πως χάθηκε ο άντρας της
και δεν χρωστάει στην ψυχή του η έρμη άλλο
απ’ την κοτσίδα τα μαλλιά
στο εικονοστάσι με τα στέφανα


γ’

Δυο μήλα δυο μπουκιές ψωμί
που είχε αφήσει η μάνα πάνω στο τραπέζι
με μιαν ελιά
Τα φουστανάκια μας καλά στεγνά στην άκρη
για το σχολειό
και το καυσόξυλο για τη δασκάλα
έτοιμα
Μα λείπει η μάνα
Α τι να την κάνω την κορδέλα
σαν με πνίγει
Τη μάνα θέλω
Τη μάνα θέλω
να τη λύσει


δ’

Η μάνα στο κρεβάτι
δεν παίρνει ανάσα

ένα ποτάμι ορθός καημός ώς τη εξώθυρα

ώς πέρα στον γκρεμό


ε’

Μια στο μποστάνι με τα ξέπλεκα μαλλιά της
μια χλόη
ένα ποτάμι μια βροχή ολούθε γύρω από τον κήπο
Την άλλη ένα κοπάδι πρόβατα
πίσω απ’ τον φράχτη
Ήταν σου λέω
ήταν η μέρα όλη μια στιγμή
ο λόγγος τα πολιορκημένα σιτηρά στ' αμπάρια
η ωραία Ερμιόνη στα κατάλευκά της
τα χίλια άλογα που σύρανε βουνά
τα χίλια άλογα που πήραν τον πατέρα πεθαμένο
για να τον παν στα Γιάννενα


VI
α’

Στην Ήπειρο
Βουνά ψηλά
σκυλιά στους ίσκιους της βελανιδιάς
κάτω απ’ το σύννεφο την έγνοια
το φαρδύ το μητρικό φουστάνι
και τη γενειάδα του παπα Κοσμά
φυλάνε
αφουγκράζονται
Και λύκοι ήμεροι να περπατούν παντού
Ένα μακρύ ποτάμι πεθαμένων που ξεδιψάει στέρνες
ποτίζει σύμπαντα και θρέφει παραμύθια
Βρέχει τα όνειρα
βρέχει τη δίψα της παρθένας
συνθέτει μουσική από τα χείλη της
Μια πυρκαγιά με το ζευγάρι δάκρυα
που καρφιτσώνονται συνήθως στο χαρτί
ως το αυτό επιθυμώ και δι’ υμάς
Λύκοι τσακάλια απαντοχή χειμώνα
Λύκοι μαγάρισαν το χιόνι
του καλού η προσμονή

οι λύκοι τα μαραζωμένα μήλα
Πίσω από την παλιά κασέλα
πεντακάθαρα
ο ξενιτεμένος


β’

Μες απ’ την τρύπια στέγη
κι απ’ τα λαγούμια της απαντοχής
ορμητικός βοριάς το χνώτο
αυτού που μίσεψε
αυτού που γνέφει απ’ τα πολύ μακριά
πρόσωπο βαθιά μέσα στο λαγαρό νερό
όταν απεγνωσμένα προσπαθεί να ειπεί
να μολογήσει
Ο πεθαμένος που βαθιά απ’ το χώμα
πασχίζει να μεριάσει τόπο να σαλέψει
να ‘βρει τον δρόμο για την πεθαμένη μάνα
την κορασίδα
Την καλή του

αγέρας νότος και βορράς
αγερικά


VIΙ
α’


Ήπειρος
Βρέχει εδώ
Δακρύζει ο ουρανός όλη τη μέρα
Ωραία περίεργα όνειρα στάζουν τα σύννεφα
Κολλάνε ευθύς στης γης τη σάρκα
Μέσα στο βράχο της καρδιάς της κάνουν μπαμ
εκρήγνυνται
σκορπίζονται στης Πρέβεζας την αμμουδιά
στα σκέλια του Αχέροντα
βρίσκουν φωλιά και φως και χρώμα χώμα
στις χιονισμένες γειτονιές και στις ανθοφορούσες
Στου γάμου τα καμπαναριά κουρνιάζουν
στην αμασχάλη της αυγής
βρίσκουν φωλιά
στο μαύρο χώμα και στο άσπρο το λιθάρι
στο φαλακρό το σώμα του βουνού
στο δάκρυ τ’ ουρανού στους κεραυνούς και στα ποτάμια
στον κόρφο της καλής με τις ωραίες γαλάζιες φλέβες
τη ρόγα τη στητή και τη μοσκοβολιά του μωβ

Βρίσκουν τόπο τα όνειρα
και την καρδιά του τόπου
βρίσκουν


β’

Τα όνειρα στην Ήπειρο
τα δένουνε γερά με αγράμπελη
απ’ το κότσι
και τα κρεμάνε αψηλά στο σύννεφο
να μην τα πιάνει πυρετός και μύγα

τα δένουν με αλογότριχες και με γερή θηλιά
το ένα στο κατόπι του άλλου
και τ’ αμολάνε απ’ τα ψηλά τα όρη
μηνύματα στον άλλο κόσμο
τον χρόνους δρόμο μακρινό

μια κούνια για το λίκνισμα του αγέρα
και μονοπάτι για του λύκου τη φωνή
προς το φεγγάρι


VIII
α’

Βροχή αχαμνή κατρακυλάει απ’ τα ψηλά
Χαλάει τον κόσμο ο θεός
και το βουνό
και το βουνό βγάζει καπνό
και πυρκαγιά
δείχνει τα σκέλια του άγρια αναμμένα
φορεί τον ατιθάσευτο άνεμο
κι ευθύς ετούτος δεν σφυρίζει πια
μήτε βογκά
μήτε ανακουνιέται καν στοιχειό

το σώμα του πλαγιάζει ηδονικά με το βουνό
στις άγριες ράχες του πλάθεται αεράκι
σφυγμός γαλήνιος γίνεται
αναπνοή σε ήσυχο ύπνο

σιμώνει πρόθυμος γιατρεύεται

γιατρεύει


β’

Ήπειρος
Καθεύδουν Μολοσσοί
Δίχως χωράφια χωρίς έλεος
για τα σπαρτά
Απέραντο τοπίο η δεσιά τους
άγριο κι αδιάβατο κορμί του Άδη
στην έμβαση προς τον απάνω κόσμο
Η ανάσα τους ξετρελαμένο χιόνι
Ανταριασμένες ράχες η ειδή τους
Τρεις μέρες δρόμο
και οι νύχτες πάλι με περπάτημα
η πατούσα τους
Καπνός και σίδερο
κι από φωτιά τα πανωφόρια τους
Νύχτα σκουπίζουν μ’ ένα πελώριο σάρωθρο
ό,τι έχει καμωθεί στη μέρα
και με το φως πλαγιάζουν καταγής
σαν τον σεισμό που απόκαμε
Αναζητούν της πέτρας τον σφυγμό
Βυζαίνουν το νερό του Αχέροντα όλο


γ’

Στο έβγα από το σπίτι το πηγάδι
Βαθύ βαθύ σαν της ψυχής της πονεμένης
το λαγούμι
Μονάχα αετοί ψηλά απ’ τον γαλαξία
κι από τα νέφη πάνω
καθρεφτίζονται
πετάνε τα κλειδιά του ουρανού στον πάτο του
ρίχνουν βουτιά θανάσιμη
καίνε φτερό στη λαγαρή κορφή του
και σύναυτα ανασταίνονται
ψηλά πανύψηλα
με τη φλογέρα του παπά Κοσμά να σπαρταράει
στα νύχια τους

Ένα φιλί στην άνοιξη
τα ρακοπότηρα που άδειασαν τον ήχο
τα ρακοπότηρα που στέρεψαν τη φλέβα


δ’

Στο έβγα από το σπίτι το πηγάδι
Στης γης το στήθος θηλασμός
σύγνεφο κάτω απ’ το χώμα
Ψηλά στο στόμα του
τα παιδιακίστικα φιλιά μας
Στον ουρανίσκο του
γεννιούνται κι αλαργεύουν οι μορφές μας
Μέσα του αρχινά και χάνεται και πάει
ο ουρανός

σε τόπια πέρα από τη θύμηση
όπου η λέξη
αρνείται να διψάσει


IX
α’

Ένα μεγάλο μήλο κόκκινο
στέκεται στον ώμο κάθε δρόμου
γίνεται τόξο ουράνιο
ίσαμε τη γειτονιά την άλλη
Στη μέση σώμα γέφυρες οι λάκκοι
Μαλλιά ριγμένα αντίπερα
Νάσος Νασούλης σήμερα ο κόπος
διαβαίνουν όλοι οι καλοί

Και για τον στεναγμό
πάλι
έχουμε τόπο


β’

Στην Ήπειρο
είναι τ’ αηδόνι
και τα σημάδια που διαβάζονται
στου αρνιού την πλάτη
και η κυρά με τα φουστάνια καταγής
σαν έτοιμα καρπό να δώσουν
είναι

Δες
Η ευλογία ενός θεού που δεν λογάριασε
το δίκιο
όταν ακούμπησε στα όρη αυτού του τόπου
ένα πελώριο κορμί
για να το ξαποστάσει

................


εκδόσεις: ελλέβορος 2007
εξώφυλλο: Milena Zarova

νυχτερινό γαιός απείρου




α΄

Νεκρός
Το πρόσωπό του ένα κλαρί χλωρό
πίσω απ’ τη φλούδα

Τραγούδαγε
όταν οι άλλοι τον μοιρολογούσαν

Σάλευαν μόνο τα χείλη του

Κάποιο φιλί τα κράταγε ακόμα στη ζωή


β΄

Κάθε αποσπερνό τρόχιζε μες στο μυαλό του
τα μαχαίρια

Τη μοναξιά
δεν θα την έκαιγε
Αυτό το κόκκινο της φλόγας πάντα το μετάνιωνε

Δες
τα ποιήματα βλασταίνουν μοναχά
αιμόφυρτα


γ΄

Σκέψεις ακουμπημένες στο ακράθυρο της ερημιάς
απλώνουν κάτω τα κλαριά τους ώς τα πρώτα χέρια
τους εξαδάχτυλους δραπέτες με τα τσακισμένα γόνατα
σαν τριγυρνάνε από τον ένα τον σακάτη ύπνο
στο βογγητό του άλλου όνειρου
Αναζητούν το στόμα του βουνού
Τα μυστικά περάσματα για τα ποτάμια
με τον αφρό του έρωτα
Την άορνο κοιλάδα με το χρυσαφί νερό
στις χούφτες των νεκρών
Και δεν κρατούν ραβδί στο χέρι ούτε γινάτι
έχουν Κόκκινες αιλουροειδείς κραυγές μονάχα
τρέχουν αλαφιασμένες πάνω σε τεντωμένα όνειρα
Μαζεύουν τις καρδιές που χάνονται
στον δαίδαλο της ρίζας
Τις επιστρέφουν στα χαμένα δέντρα συχώριο και καρπό

Αλί από τον ουρανό βρέχει βατράχια λασπωμένα
Και το νερό από καιρό σαν πεθαμένο


δ΄

Έσερνε τα φίδια με λατρεία λες
Τώρα φεύγουν από τα χέρια της αστέρια
Τώρα τα νέφη κομματιάζει τώρα μοιράζει αποσπερίτες
Στρώνει τραπέζι στους σκυφτούς τους μετανάστες
Ιστορεί γεωγραφία ιστορεί τον θάνατο

Κι αν τη ρωτάς κυρά
Πόσα απόθαναν ψηλά από φαρμάκι
Πόσα ρόδια στον κόρφο σου ολοκόκκινο ζουμί

Σφάζω σου λέει
κόβω τα όνειρα στα δυό στα τρία

Κατόπιν τα μαλλιά μου αμολώ για να λιαστούν

Έρχεται φίδι κολοβό ντύνω την προσευχή
στο πένθος
Έρχεται σερπετό αστρίτης γεύεται το χιόνι ανθό

Βλέπω φωνή βλασταίνω
ομολογεί
Το σκοτωμένο χώμα με πεθαίνει
Πλοκάμια θέλω Χέρια μακρυά
ίσαμε τον άλλο τόπο
Βαρκούλες με φιφίτα
απ’ τό χλωρό μερί του σύμπαντος
Πλοκάμια θέλω θέλω θέλω πάλι
Από λιγνά πλευρά στα μέσα ολοκάθαρος λυγμός

Παίρνει το μήλο βγάζει περιστέρι
Το χνώτο ακουμπάει φλέγεται

Χιλιάδες ανασταίνονται λειψόπιττες
Από το σάλεμα του νέφους σκοτεινό καθεύδει χιόνι
Τρίζουν στα πέλματά μας οι συγχώριες
Στα γόνατά μονάχη η οπτασία της

Στρώνει τραπέζι βάζει φίδι

Ήξερε πάντα τον καιρό τους

Αυτή που σκότωνε
Αυτή που γνώριζε από πρόσφορο
Άστραφτε στη λάμα κι έλεγε
μετανοώ
η εκείνη

ε΄

Δεν φεύγω είπε
Θα μείνω εδώ να κουβαλώ το αίμα
Θα μείνω να πληρώ τα όνειρα
Να οδηγώ αόμματους επάνω στο σχοινί
θα μείνω

Να είμαι στους ιππόκαμπους βιγλάτορας
Στην κορυφή του Αηλιά κοχύλι

Ως πέέέρα
Στα σαλεμένα κάτοπτρα ο στεναγμός

Μέσα στην ερημία μια αναπάντεχη έρημος


στ΄

Της έντυσε ένα τελευταίο ποίημα
και την απόθεσε στο εικονοστάσι

Καντήλι δεν ξανάναψε
Μήτε και τον σταυρό του έκαμε πλέον

Στην ακριβώς απ’ έξω άνοιξη
μια χελιδόνα άρχιζε να καματεύει λάσπη
από το περσινό λησμονημένο θέρος

Μέσα του η νύχτα ολοένα στα λευκά


ζ΄

Δεν είχε πια να πει δεν είχε να ποιήσει
Έκοβε δέντρα έκοβε έκοβε φύτευε βροχές
Καρτέραγε φωνή και συντριβή
καινούργιους καμηλιέρηδες άσημους τάχα
και το δαυλί που άναψε φωτιά από τα πέρα
το μελωμένο το σταμνί τον ουρανίσκο
με τη σάλπιγγα
αυτή

Έκοβε δέντρα έκοβε έκοβε φύτευε ιτιά
Και για να λέμε την αλήθεια
ήτανε πάντα μοναχός μέσα στο τόσο πράσινο
σε τόσο λαγαρό πλευρό
εκείνος

Καλά να λέμε και που ζει
Τόση ήταν η θύελλα τόση η πέτρα
Τόσα καντάρια τα όνειρα
Τόσα τα μέτρα η φλέβα τόσο το μέτρο η μοναξιά

ωραία ραγισμένος γυαλικό


η΄

Πάθη έντρομα μενεξεδί τρεμάμενα
Χειμέριοι ψίθυροι κρύο και πάλι κρύο
στη φωτιά στον πάγο

Και το ψωμί και η αγάπη
ένα μονάχα βήμα απ’ τόν ιδρώτα του νερού
Και πάντα στη φλυαρία της η άνοιξη
Σπυρί σπυρί η φωλιά
ο αϊτός της

Δρόμοι ρέμπελοι τώρα
Ανήμερα της φάτνης Κατοπινά του έρωτα
περιπατούν σακατεμένα πέλματα


θ΄

Σ’ αυτά τα τεντωμένα χέρια μέσα στα γυαλιά
η κοτσίδα της
βραχιόλι
άλλο μη δώσει αίμα ούτε τροφή
άλλον σφυγμό να μη μετρήσει

Χρώματα να καρφώνει αργά αργά
σαν κείνον που δεν έχει βιάση
να πάει δεν έχει
Κι απ’ το εκείθε της παλιάς οδύνης
τα δάχτυλα που βόσκουν με αναφιλητά
μες στους σακατεμένους κόμπους τους

μετράει


ι΄

Σήμερα τα δέντρα λησμόνησαν τον θάνατο
κράτησαν τα πουλιά και τα τραγούδια
Μέσα στον μαύρο άνθρακα του μέλλοντός τους
χτύπησαν φλέβα χλωρή
Εβάδισαν ορθά

Βαθιά ρυτίδα χάραζαν οι ρίζες
Τα ίχνη τους κόκκινο δάκρυ
Καθώς τα πετεινά χτυπιόντουσαν στ’ ἀγκάθια
και τα τραγούδια πνίγονταν στον ήχο τους

Πάνω στη χλόη σερνόταν πράσινο φίδι
η ανάμνηση


κ΄

Μες στην καρδιά του κομποδεμένος πυρετός
η μαύρη πέτρα
Πουλιά τσιμπολογάνε κόκκινο απ’ τό έχος του
Μα τέλος πάντων
δεν θα βρεθεί ο ουρανός χωρίς σκυλιά
Δεν είναι πουθενά ορθή η σκια του μη ρωτήσεις
Σ’ αυτόν εκεί τον βράχο τον ξέρουμε απ’ τόν καιρό εκείνο
μ’ ένα πηγάδι κάτω απ’ τή μασχάλη του
Τη μια να ξεδιψάει το νερό

Την άλλη ένας δακρυσμένος ήχος η φωνή του



λ΄

Έκανε τα ποιήματα θηλιά
και την λαιμόδεσε στον αφαλό του φρέατος

Σε αποσαρίδια άλλων πλέον ημερών
σκυφτές σκιές ανατραβάνε γκρίζα φεγγαράκια
και φλέβες φλέβες να ιδεί το μάτι σου
χορδές πυρακτωμένες από τον πεθαμένο σταφυλίτη
του βυθού
φωνή ενός κόσμου άναυδου κι ανάποδα δεμένου
στο μανουάλι του επιταφίου του

Ο τόπος όλος γύρω ξενιτιά

Το μήλο το κυδώνι το μαντήλι
αρθρώνουν τον καημό ηπειρώτικα



μ΄

Όταν στο αίμα σου φανεί η ρωγμή
πες πως οι θάνατοι γενήκαν όνειρα
Οι ρίζες του πάλι θα σφυρίζουν
σαν θα γυρεύουν άλλον δρόμο να σωπάσουν

Το μέλαν κρίνο
Τον αρχάγγελο
Το ευγενικά θλιμμένο δείλι


ν΄

Σαν θες αλμύρα άλλη η έρημο
γύρνα τον κόσμο ανάποδα
της είπε
Να δεις μπορεί αλάξευτο τον έρωτα
Χειρόβολο λιανών καρπών κάτω από ακαλίγωτες οπλές
στις μέρες του Αλωνάρη

Διάβαινε και μάθε απ’ τήν ανάσα των χρωμάτων
Μάθε το μοβ του όνειρου
από τα μέσα του σύγκορμο ανατρίχιασμα
Τάξε την άβυσσο τον μαύρο ήλιο λύσε
Πλανήσου εσύ και πλάνεψε

Εμένα εδώ
κάτω απ’ τό ίδιο αλάτι θα με βρίσκεις
Να αδερφοφιλώ μια μια τις απορίες όλες
Να τις σμιλεύω αγκωνάρια για αποσταμένες σκέψεις
από την ξενιτιά του έρωτα
Κλαριά ερωτηματικά πέτρινα πια μέσα απ’ τή θλίψη
όπως θηρεύτηκαν αλαφιασμένοι βίσονες
μ’ ένα υστερνό μουγκανητό να πλέει ολόγυρα καρμίνιο

Πλανήσου εσύ
Βάδιζε βρες μάζευε φύτρα τα τραγούδια
μόλις τα γεννημένα απ’ τόν λυγμό
στο θειάφι ακόμα αβάφτιστα αθώα
Πλέξε τη γλώσσα της φωτιάς κάνε τη νύχτα ένα δαδί
της είπε

Στην πυρκαγιά οι δρόμοι όλοι που σε παίρνουν


ξ΄

Έγραψε ένα μεγάλο κόκκινο ποίημα
και το απόθεσε πλάι στα υπόλοιπα τα μήλα
που είχε πετροβολήσει απ’ τή ροδιά της
Η τάχα αγρεύσει μες στον κόρφο της
αλήθεια

Αδυνατών να βάλλει με τη σκέψη
έβαλε τα κλάματα

Άδειαζε γκαστρωμένη θάλασσα


ο΄

Το ίδιο μεγάλο κόκκινο ποίημα
το ‘ριξε κατόπιν στη φωτιά

Έπαιρνε όρκο
Στο κάρβουνο τριζοβολούσε ο λυγμός της


π΄

Εκεί που καίγανε τα όνειρα
έσκαβε εκείνος στα ποιήματα
Πελώριες παλάμες τα φτερά τους
όλες στο ίδιο το κορμί κεντούσαν
Τη μια όπως αρχίζει το νερό κι ο ψίθυρος
Την άλλη ωσάν γκρεμιέται

Τραγούδι από τη χόβολη
Από τη χλόη τοξάρι

Τώρα φωνήεντα με ρω και μι και σίγμα
έξω απ’ τήν πόρτα της σέρνουν τον θάνατο

Εκεί που ανάβανε κάτι θεόρατες φωτιές
Και ρίχνανε πρωί πρωί μίγδην τα ονείρατα
Έσκαβε εκείνος κι αναμόχλευε στη χόβολη
Γυρεύοντας ολημερίς ποιήματα
Έκαιγε ανήλεα τα χέρια του Τα δάχτυλά του κάρβουνο
Μια πυρκαγιά οι πατούσες του

Άναβε κι έσβηνε καθώς αναβοσβήνουν οι έρωτες
στα βλέμματα και της ερήμου
πλάνοι οι καθρέφτες

Παρέκει αγουροξυπνημένοι αγωγιάτες ζύγιαζαν
τον μόχθο και το μοχθηρό
ισορροπούντες στο σατέρι


ρ΄

Από την ξενιτιά τα χέρια του
Από τη μοναξιά τα δάχτυλά της
Τον ίδιο κόμπο ανεμίζουν

Αυτόν που στέκει στο λαιμό
αμαρτωλή μεταλαβιά
σάμπως ακούνητο σκυλί
μέρες στο δρόμο πεθαμένο


σ΄

Ίσως γυναίκα
Ίσως ο έρωτας σε κοφτερή στορύνη επάνω
Τρεις μέρες όνειρο μπορεί

Το χνάρι που άφησε δεν στέργει
άλλο
Στο βάθος των ματιών
καλπάζουνε φαριά αφηνιασμένα
οι μέρες τους


τ΄

Είπε
Θα γράψει μιαν αλήθεια στο λιθάρι
Κι ύστερα θα πάρει παραμάσχαλα
αφηνιασμένο θάνατο
να τον ταιριάξει με τα λυπημένα δέντρα
Εκεί μες στους βαθιούς τους ίσκιους
Όπου σαλεύει αίμα εκεί
Απ’ τα πολύ βαθιά κατώγια του η ανάσα
Από τον πορφυρό του ανθό να αναδεύουν πεθαμένοι
Τ’ αποθαμένα όλα από τα πριν
Τα δίχως σφυγμό κι από τα τώρα

Ολόξενος στο σπιτικό του μέσα
Με μιαν αγάπη στο μυαλό άδειες κορνίζες
Δρόμοι δίχως βηματησιές
Τα δαχτυλίδια δίχως κόμπους
τα μήλα και τα δάχτυλα χωρίς

Αλέθει δόντι απά σε δόντι
Από τους λαβυρίνθους ανασαίνει φθόγγο
Από τον πυρετό της ρίζας η ανάσα
Υπόκωφη με το στανιό
από της γης την παιδευμένη μήτρα

Μετράει τις απώλειες στον δείκτη
Απαριθμεί τις απουσίες στον αντίχειρα
Με την αριθμητική του ενστίκτου
τα βγάζει όλα λαβωμένα
λειψά λειψά τού βγαίνουν

Ετούτος ‘δώ κατά πώς ακούστηκε κοντά
Έπιανε χώμα ζύμωνε ψωμί
τάιζε ορφανά πουλάκια
Καλοί μου Ιδρώτα ιδρώτα ιδρώτα αφαλάτωνε
Την ερημιά ξεδίψαγε του κόσμου ολάκερου
Τα δέντρα έπαιρνε αγκαλιά
Επάνω στο ξερίζωμά τους άφηνε αναφιλητό

τραγούδι







εξώφυλλο: milena zarova


σκίτσα: δημήτρης φλούδας
(εκδόσεις ΕΛΛΕΒΟΡΟΣ, 2006)